
- Στο Μέγαρο Μαξίμου φαίνεται πως το άλλοτε περίφημο «δεν μας απασχολεί» για τον Αντώνη Σαμαρά έχει αρχίσει να ακούγεται όλο και λιγότερο πειστικό. Όσο πλησιάζει η στιγμή που ο πρώην πρωθυπουργός θα ανοίξει επισήμως τα χαρτιά του για το νέο πολιτικό του εγχείρημα, τόσο η κυβέρνηση κάνει τους δικούς της υπολογισμούς. Και αυτή τη φορά το ερώτημα δεν είναι αν ο Σαμαράς θα κατέβει, αλλά πόσο θα κόψει από τη Νέα Δημοκρατία.
Γιατί το πραγματικό πρόβλημα για το κυβερνητικό επιτελείο δεν είναι ένας ακόμη κομματικός σχηματισμός στον χάρτη. Είναι η πιθανότητα να δημιουργηθεί ένας δεξιός πόλος που θα λειτουργήσει σαν μαγνήτης για ψηφοφόρους οι οποίοι έχουν ήδη απομακρυνθεί από τη ΝΔ και απλώς περιμένουν την κατάλληλη αφορμή για να μην επιστρέψουν. Η ενίσχυση της Ελληνικής Λύσης και η είσοδος της Αφροδίτης Λατινοπούλου στην Ευρωβουλή έχουν ήδη δείξει ότι η δεξιά πολυκατοικία κάθε άλλο παρά άδεια είναι. Και τώρα ο Σαμαράς διεκδικεί το δικό του διαμέρισμα, με το πλεονέκτημα ότι γνωρίζει από μέσα το κόμμα που καλείται να πλήξει.
Στο Μαξίμου ένα ποσοστό της τάξης του 3%-4% θεωρείται το σενάριο που θα προκαλούσε τη μικρότερη δυνατή ζημιά. Θα υπήρχαν απώλειες, αλλά η κυβέρνηση θα μπορούσε να επιχειρήσει να τις παρουσιάσει ως ελεγχόμενη διαρροή και να συνεχίσει να εμφανίζεται ως ο βασικός παίκτης του πολιτικού σκηνικού. Το πρόβλημα είναι ότι ακόμη και ένα τέτοιο ποσοστό θα έδινε στον Σαμαρά πολιτικό βάρος και, κυρίως, κοινοβουλευτική παρουσία, εφόσον φυσικά ξεπεραστεί το όριο εισόδου στη Βουλή.
Και τότε αρχίζουν τα δύσκολα. Διότι άλλο να υπάρχει ένας πρώην πρωθυπουργός που ασκεί κριτική από το περιθώριο και άλλο να υπάρχει οργανωμένο κόμμα που διεκδικεί έδρες, ψηφοφόρους και πολιτικό χώρο από τη Νέα Δημοκρατία. Πολύ περισσότερο όταν απέναντί του έχει τον ίδιο τον πρώην αρχηγό του κόμματος και ένα κομμάτι της παραδοσιακής δεξιάς που μπορεί να αισθάνεται ότι δεν εκπροσωπείται πλέον από τη σημερινή κυβερνητική γραμμή.
Το σενάριο που πραγματικά προκαλεί πονοκέφαλο στο κυβερνητικό επιτελείο είναι μια επίδοση του Σαμαρά κοντά στο 7%-9%. Εκεί πλέον δεν θα πρόκειται για μια μικρή εκλογική διαρροή που απλώς θα καταγραφεί στους πίνακες. Θα μπορούσε να μετατραπεί σε σοβαρό πλήγμα για τη ΝΔ και να συμπιέσει δραστικά τα ποσοστά της, ακόμη και κάτω από το 25%, ενώ στο πιο δυσμενές σενάριο οι εκτιμήσεις που κυκλοφορούν στην πολιτική αγορά κατεβάζουν τον πήχη ακόμη χαμηλότερα.
Φυσικά, όλα αυτά παραμένουν εκτιμήσεις και όχι εκλογικά αποτελέσματα. Όμως η πολιτική αριθμητική είναι αμείλικτη: όταν ένα κόμμα χάνει ψήφους προς τα δεξιά του, δεν χάνει απλώς ένα ποσοστό. Χάνει πολιτικό χώρο, αφήνει κενό και δίνει στον αντίπαλο τη δυνατότητα να εμφανιστεί ως ο αυθεντικότερος εκφραστής ενός ακροατηρίου που μέχρι σήμερα θεωρούνταν περίπου δεδομένο.
Και εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη αδυναμία της κυβερνητικής εξίσωσης. Η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει ήδη δει παραδοσιακούς ψηφοφόρους της να κατευθύνονται προς διαφορετικές πολιτικές επιλογές. Αν προστεθεί σε αυτό ένας Σαμαράς με οργανωμένο μηχανισμό και σαφή στόχευση στη δεξιά βάση, τότε η εικόνα γίνεται πολύ πιο δύσκολη για το Μαξίμου.
Ακόμη πιο επικίνδυνο είναι το ενδεχόμενο το νέο κόμμα να μην περιοριστεί στην άντληση ψήφων από τη ΝΔ, αλλά να λειτουργήσει ως σημείο συσπείρωσης για δυσαρεστημένα στελέχη, πρώην υποστηρικτές και ψηφοφόρους που μέχρι σήμερα δεν είχαν βρει πού να διοχετεύσουν την απογοήτευσή τους. Εκεί η υπόθεση παύει να είναι απλώς εκλογική και μετατρέπεται σε πρόβλημα συνοχής ολόκληρης της κυβερνητικής παράταξης.
Το timing, μάλιστα, κάθε άλλο παρά αδιάφορο είναι. Ένας δύσκολος χειμώνας με την ακρίβεια να συνεχίζει να πιέζει τα νοικοκυριά μπορεί να κάνει ακόμη πιο εύκολη τη μετακίνηση ψηφοφόρων που ήδη αισθάνονται ότι η κυβέρνηση έχει απομακρυνθεί από τις δικές τους προτεραιότητες. Αν σε αυτό προστεθεί ένας νέος πολιτικός σχηματισμός με επικεφαλής έναν πρώην πρωθυπουργό της ΝΔ, η κυβερνητική άμυνα στα δεξιά γίνεται σαφώς πιο δύσκολη.
Το Μαξίμου μπορεί να ελπίζει ότι στις επόμενες εκλογές οι ψηφοφόροι θα επιλέξουν την «ασφάλεια» του πρώτου κόμματος μπροστά στον φόβο μιας ακυβερνησίας. Όμως αυτό είναι ένα στοίχημα, όχι μια πολιτική βεβαιότητα. Και όσο περισσότερο μεγαλώνει η δυσαρέσκεια, τόσο λιγότερο ασφαλής γίνεται η λογική ότι όλοι στο τέλος θα επιστρέψουν στη ΝΔ για να μη διαταραχθεί η κυβερνησιμότητα.
Το κρίσιμο, επομένως, δεν είναι μόνο πόσο θα γράψει ο Σαμαράς. Είναι από πού θα πάρει αυτές τις ψήφους και τι θα αφήσει πίσω του στη Νέα Δημοκρατία. Αν περιοριστεί σε ένα μικρό ποσοστό, το Μαξίμου θα επιχειρήσει να κλείσει γρήγορα την κουβέντα. Αν όμως πλησιάσει διψήφια επίπεδα, τότε η συζήτηση δεν θα αφορά πλέον τον Σαμαρά αλλά τη ΝΔ, την ηγεσία της και την ίδια την πολιτική κυριαρχία του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Γιατί τότε το πρόβλημα δεν θα είναι ότι εμφανίστηκε ένας ακόμη αντίπαλος στα δεξιά. Θα είναι ότι ένα κομμάτι της παραδοσιακής εκλογικής βάσης της ΝΔ θα έχει αποφασίσει να ακούσει κάποιον άλλον. Και όταν ένας πρώην πρωθυπουργός και πρώην πρόεδρος του κόμματος καταφέρει να μετατρέψει τη δυσαρέσκεια σε κάλπη, το ζήτημα για το Μαξίμου δεν θα λύνεται με επικοινωνιακές διαρροές περί «μηδενικής ανησυχίας».
Τότε θα έχει έρθει η ώρα του πραγματικού λογαριασμού. Και ο λογαριασμός δεν θα γράφει μόνο το ποσοστό του Σαμαρά. Θα γράφει πόσο έχει κοστίσει στη Νέα Δημοκρατία η φθορά της κυβέρνησης, πόσο έχει απομακρυνθεί η παραδοσιακή της βάση και, κυρίως, πόσο από το πολιτικό κεφάλαιο του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει ήδη μετατραπεί σε εκλογική απώλεια.




