
- Η εικόνα που διαμορφώνεται γύρω από τη διαχείριση της ευλογιάς των αιγοπροβάτων προκαλεί πλέον σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση αντιμετωπίζει μια κρίση που έχει γονατίσει την ελληνική κτηνοτροφία. Και το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο βαρύ όταν στις επιχειρήσεις που συνδέονται με τις μαζικές θανατώσεις ζώων εμφανίζεται και στρατιωτικό προσωπικό.
Δεν πρόκειται πλέον μόνο για μια υπόθεση που αφορά τους κτηνοτρόφους, την παραγωγή και τη δημόσια υγεία. Η απόφαση να εμπλακούν οι Ένοπλες Δυνάμεις σε μια τόσο ευαίσθητη διαδικασία ανοίγει μια πολύ μεγαλύτερη συζήτηση: γιατί η κυβέρνηση χρειάζεται να επιστρατεύσει το στράτευμα για να διαχειριστεί τις συνέπειες μιας κρίσης που η ίδια η πολιτεία έχει αφήσει να διογκωθεί;
Η εικόνα στρατιωτικών να συμμετέχουν σε διαδικασίες που οδηγούν στην εξόντωση ζωικού κεφαλαίου δεν μπορεί να περάσει ως μια ακόμη διοικητική λεπτομέρεια. Για τους ανθρώπους που έχασαν τα κοπάδια τους, πρόκειται για την καταστροφή της περιουσίας και της παραγωγικής τους ζωής. Για την πολιτεία, θα έπρεπε να αποτελεί ύστατη επιλογή και όχι εύκολη λύση όταν ο κρατικός μηχανισμός αδυνατεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την κατάσταση.
Την ίδια στιγμή, οι αποκαλύψεις και οι καταγγελίες γύρω από τον ΟΠΕΚΕΠΕ έχουν προσθέσει μια ακόμη εξαιρετικά σοβαρή διάσταση στην υπόθεση. Εφόσον επιβεβαιωθούν οι ισχυρισμοί που συνδέουν την καταστροφή ζωικού κεφαλαίου με την προσπάθεια να αντιμετωπιστούν εκ των υστέρων προβλήματα που σχετίζονται με παράνομες ή αμφισβητούμενες επιδοτήσεις, τότε δεν θα μιλάμε απλώς για κυβερνητική ανεπάρκεια. Θα πρόκειται για υπόθεση που απαιτεί πλήρη θεσμικό και δικαστικό έλεγχο.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι απλό: τι ακριβώς ελέγχεται και τι ακριβώς εξαφανίζεται όταν ολόκληρα κοπάδια οδηγούνται σε θανάτωση; Και ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι πίσω από μια υγειονομική διαδικασία δεν χάνονται στοιχεία που θα μπορούσαν να αποδειχθούν κρίσιμα για την έρευνα των καταγγελιών γύρω από τις αγροτικές ενισχύσεις;
Η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει χωρίς υπεκφυγές. Όχι με γενικόλογες αναφορές στην ανάγκη αντιμετώπισης της νόσου, αλλά με συγκεκριμένα στοιχεία: πόσα ζώα θανατώθηκαν, με ποια κριτήρια, ποιοι έδωσαν τις εντολές, ποιος τις εκτέλεσε και ποιοι έχουν την πολιτική ευθύνη για κάθε στάδιο της διαδικασίας.
Γιατί όσο οι απαντήσεις δεν δίνονται, τόσο μεγαλώνει η καχυποψία. Και όσο η κυβέρνηση επιλέγει τη σιωπή αντί της πλήρους διαφάνειας, τόσο ενισχύονται οι υποψίες ότι πίσω από τις επίσημες εξηγήσεις υπάρχει ένα πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα.
Ιδιαίτερα προβληματική είναι και η χρησιμοποίηση του στρατιωτικού προσωπικού. Οι Ένοπλες Δυνάμεις δεν μπορούν να μετατρέπονται σε μηχανισμό κάλυψης των αδυναμιών της πολιτικής διοίκησης. Ούτε είναι δυνατόν οι στρατιωτικοί να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή μιας διαδικασίας που προκαλεί τεράστιες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες, χωρίς να είναι απολύτως ξεκάθαρο ποια είναι η νομική βάση, ποια η αποστολή τους και ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη των αποφάσεων.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο πολιτικά δυσάρεστο σημείο για την κυβέρνηση: όταν μια κρίση φτάνει στο σημείο να χρειάζεται η συνδρομή του στρατεύματος για να εφαρμοστούν οι αποφάσεις της πολιτείας, η ευθύνη δεν μπορεί να μετακυλίεται στους ανθρώπους που καλούνται να εκτελέσουν τις εντολές. Η πολιτική ηγεσία είναι αυτή που αποφασίζει και, συνεπώς, είναι αυτή που οφείλει να λογοδοτήσει.
Οι κτηνοτρόφοι δεν χρειάζονται άλλες διαβεβαιώσεις. Χρειάζονται απαντήσεις, αποζημιώσεις, σχέδιο αντιμετώπισης της νόσου και κυρίως εγγύηση ότι η καταστροφή της παραγωγής τους δεν θα χρησιμοποιηθεί ως άλλοθι για να μείνουν στο σκοτάδι άλλες υποθέσεις.
Γιατί αν τελικά αποδειχθεί ότι η κυβέρνηση αντιμετώπισε μια υγειονομική κρίση με τρόπο που ταυτόχρονα έσβησε ίχνη, δημιούργησε νέα ερωτήματα και φόρτωσε τις συνέπειες στους παραγωγούς, τότε το πρόβλημα δεν θα είναι μόνο η ευλογιά. Θα είναι ο τρόπος με τον οποίο ασκείται η εξουσία.
Και σε μια δημοκρατία, η λογοδοσία δεν είναι προαιρετική. Όποιος δίνει τις εντολές οφείλει να τις υπερασπιστεί δημόσια, με στοιχεία και ονοματεπώνυμο. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να ζητά από τους κτηνοτρόφους να πληρώσουν το τίμημα, από τους στρατιωτικούς να εκτελέσουν τη διαδικασία και από την κοινωνία απλώς να εμπιστευτεί ότι όλα έγιναν σωστά.
Αν όλα έγιναν νόμιμα και για τους λόγους που επισήμως παρουσιάζονται, τότε η λύση είναι μία: πλήρης διαφάνεια. Αν όχι, οι ευθύνες δεν μπορούν να κρυφτούν πίσω από στολές, υπηρεσίες και διοικητικές υπογραφές.




