
Η αντιπολίτευση υποστήριξε ότι η άρνηση κλήτευσης των Ντίλιαν και Δημητριάδη στερεί από την Επιτροπή τη δυνατότητα να διερευνήσει πλήρως μια υπόθεση που εξακολουθεί να απασχολεί την πολιτική ζωή. Από την άλλη πλευρά, η κυβέρνηση επέμεινε ότι η διαδικασία δεν μπορεί να μετατρέπεται σε εργαλείο διαρκούς πολιτικής αντιπαράθεσης
Πέρασε το νεοδημοκρατικό μπλόκο στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας. Κόντρα στα αιτήματα της αντιπολίτευσης και στον Κανονισμό της Βουλής, ο πρόεδρος Θ. Μπούρας πειθάρχησε στην πλειοψηφία (και στις επιταγές Μητσοτάκη) και με τις ψήφους της Ν.Δ. δεν εκκίνησε η διαδικασία κλήτευσης των Ντίλιαν – Δημητριάδη.
Η υπόθεση των υποκλοπών επέστρεψε στη Βουλή. Και μαζί της επέστρεψε και η σφοδρή πολιτική σύγκρουση.
Η κυβερνητική πλειοψηφία στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας απέρριψε το αίτημα τής αντιπολίτευσης να κληθούν ο Γρηγόρης Δημητριάδης και ο Ταλ Ντίλιαν. Η απόφαση ελήφθη με τις ψήφους της Νέας Δημοκρατίας, με τον πρόεδρο της Επιτροπής, Θανάση Μπούρα, να παραπέμπει το ζήτημα στην κρίση της πλειοψηφίας.
Η αιτιολογία της κυβέρνησης ήταν ότι τα δύο πρόσωπα δεν διαθέτουν πλέον δημόσια ιδιότητα και, συνεπώς, δεν συντρέχει λόγος νέας κλήσης τους.
Η αντιπολίτευση αντέδρασε μετωπικά.
Το ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ και η Πλεύση Ελευθερίας αποχώρησαν από τη συνεδρίαση, καταγγέλλοντας ότι η κυβερνητική πλειοψηφία εμποδίζει τον κοινοβουλευτικό έλεγχο και ερμηνεύει τον Κανονισμό της Βουλής κατά το δοκούν.
Ο Παναγιώτης Δουδωνής από το ΠΑΣΟΚ έθεσε ευθέως το ερώτημα που κυριάρχησε στη συνεδρίαση: «Τι άλλαξε μέσα σε τριάμισι χρόνια και ενώ το 2022 με δική σας υπογραφή εφαρμόστηκε ο Κανονισμός και τους καλέσατε;»Και συνέχισε: «Ο κ. Ντίλιαν τώρα θέλει να έρθει, ενώ τότε προφανώς είχατε συνεννοηθεί μαζί του να μην έρθει», αποδίδοντας πολιτικές ευθύνες στην πλειοψηφία.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η Ζωή Κωνσταντοπούλου. «Η διαδικασία που προτείνετε είναι αντισυνταγματική και αντίκειται στον Κανονισμό της Βουλής. Υπάρχει ρητή διάταξη που σας υποχρεώνει να καλέσετε τα δύο πρόσωπα», υποστήριξε, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό ότι ο Ταλ Ντίλιαν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένας απλός ιδιώτης.
Απέναντι σε αυτή την κριτική, ο Μάκης Βορίδης υπερασπίστηκε τη στάση της πλειοψηφίας: «Τα πρόσωπα αυτά είχαν κληθεί σε πρότερη στιγμή που υπήρχε εγγύτητα με τη δημόσια ιδιότητά τους», ανέφερε, προσθέτοντας ότι «τα όρια της καταχρήσεως δικαιωμάτων από την αντιπολίτευση πρέπει να ελέγχονται».
Η σύγκρουση, ωστόσο, δεν περιορίστηκε στη νομική ερμηνεία του Κανονισμού.
Η αντιπολίτευση υποστήριξε ότι η άρνηση κλήτευσης των δύο προσώπων στερεί από την Επιτροπή τη δυνατότητα να διερευνήσει πλήρως μια υπόθεση που εξακολουθεί να απασχολεί την πολιτική ζωή. Από την άλλη πλευρά, η κυβέρνηση επέμεινε ότι η διαδικασία δεν μπορεί να μετατρέπεται σε εργαλείο διαρκούς πολιτικής αντιπαράθεσης.
Το αποτέλεσμα ήταν μια ακόμη επεισοδιακή συνεδρίαση και μια εικόνα βαθιάς θεσμικής σύγκρουσης.
Τέσσερα χρόνια μετά τις πρώτες αποκαλύψεις για τις παρακολουθήσεις, η υπόθεση εξακολουθεί να επιστρέφει στο Κοινοβούλιο με την ίδια ένταση. Και όσο η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση διαφωνούν ακόμη και για το ποιοι πρέπει να καταθέσουν ενώπιον της Επιτροπής τόσο η πολιτική σκιά της υπόθεσης παραμένει πάνω από το πολιτικό σύστημα.




