
Στο ρευστό και καινοφανές πεδίο της εγχώριας πολιτικής σκηνής, το ενδιαφέρον στη δεξιά πολυκατοικία στρέφεται πλέον στην ίδρυση του νέου κόμματος του Αντώνη Σαμαρά, που θα συνταράξει τα θεμέλιά της και θα απειλήσει ακόμα περισσότερο τα ποσοστά της Ν.Δ.
Στη φάση της έντονης αναδιάταξης που βρίσκεται η κεντρική πολιτική σκηνή της χώρας γεννώνται εσωτερικές ρωγμές και νέα δεδομένα και για τη Νέα Δημοκρατία, που καλείται να προσαρμοστεί σε ένα εντελώς νέο τοπίο. Τα «αποκαλυπτήρια» των κομμάτων του Αλέξη Τσίπρα και της Μαρίας Καρυστιανού έχουν ήδη αρχίσει να επηρεάζουν τους συσχετισμούς, όμως η πραγματική μετατόπιση, όπως εκτιμούν πολιτικοί αναλυτές, δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Στο επίκεντρο πλέον βρίσκεται η πιθανή ίδρυση νέου κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά, εξέλιξη που προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία στο Μέγαρο Μαξίμου.
Οι πρώτες δημοσκοπικές ενδείξεις μαρτυρούν την περίοδο έντονης ρευστότητας στην οποία έχει ήδη εισέλθει το πολιτικό σύστημα, ενώ η παρουσία νέων πολιτικών σχηματισμών δεξιά και αριστερά της Ν.Δ. φαίνεται να διαμορφώνει ένα σκηνικό κατακερματισμού, με άγνωστες ακόμη συνέπειες για τη σταθερότητα της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις που έχουν φτάσει στα κυβερνητικά επιτελεία, η ταυτόχρονη πίεση από κόμματα που προέρχονται τόσο από τον χώρο της Κεντροαριστεράς όσο και από την παραδοσιακή Δεξιά δημιουργεί συνθήκες ασφυξίας για το κυβερνών κόμμα, με την πιθανότητα η Ν.Δ. να κινηθεί σε ποσοστά χαμηλότερα του 25% να έχει ήδη τεθεί στο τραπέζι.
Στο Μέγαρο Μαξίμου επικρατεί έντονη κινητικότητα και προβληματισμός. Η κυβερνητική στρατηγική επιχειρεί να μετατοπίσει τη δημόσια συζήτηση προς την αντιπολίτευση και τις εσωτερικές της αντιφάσεις, προβάλλοντας το αφήγημα της σταθερότητας. Ωστόσο, η πραγματικότητα δείχνει πιο σύνθετη. Οι εσωκομματικές διαφοροποιήσεις και οι παρεμβάσεις πρώην πρωθυπουργών έχουν δημιουργήσει ένα νέο πεδίο αμφισβήτησης, το οποίο δεν περιορίζεται πλέον σε επικοινωνιακό επίπεδο.
Το «ρήγμα» στη δεξιά παράταξη
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, ωστόσο, για την κυβέρνηση δεν εντοπίζεται στην Κεντροαριστερά, αλλά στο εσωτερικό της ίδιας της δεξιάς παράταξης. Οι παρεμβάσεις του Κώστα Καραμανλή και του Αντώνη Σαμαρά έχουν αποκτήσει πολιτικό βάρος που ξεπερνά τις τυπικές διαφοροποιήσεις.
Οι δύο πρώην πρωθυπουργοί, με διαφορετικό ύφος αλλά με κοινό πολιτικό αποτύπωμα, ασκούν κριτική σε κρίσιμες πτυχές της κυβερνητικής πολιτικής, από τα εθνικά θέματα έως το κράτος δικαίου. Αυτή η διπλή πίεση λειτουργεί ως καταλύτης εξελίξεων στο εσωτερικό της Ν.Δ.
Ο Κώστας Καραμανλής, με θεσμικό αλλά σαφώς διακριτό λόγο, έχει επανειλημμένα εκφράσει τους προβληματισμούς του για την κατεύθυνση της εξωτερικής πολιτικής και ειδικά για τα Ελληνοτουρκικά. Οι αναφορές του στα ζητήματα κυριαρχίας και στη λειτουργία του κράτους δικαίου εξάλλου έχουν προκαλέσει έντονη συζήτηση στο εσωτερικό της παράταξης.
Από την άλλη πλευρά, ο Αντώνης Σαμαράς εμφανίζεται πιο αιχμηρός και πολιτικά ενεργός. Οι δημόσιες τοποθετήσεις του και η παρασκηνιακή του κινητικότητα τροφοδοτούν σενάρια για ίδρυση νέου πολιτικού φορέα, με σαφή αναφορά στη συντηρητική βάση της Ν.Δ.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Αντώνης Σαμαράς φέρεται να εξετάζει σοβαρά την ίδρυση νέου κόμματος, με πιθανό χρονικό ορίζοντα είτε πριν από το τέλος Ιουνίου είτε μετά τη ΔΕΘ. Στο επιτελείο του καταγράφονται διαφορετικές εισηγήσεις, ωστόσο η κατεύθυνση προς μια πιο ενεργή πολιτική παρέμβαση φαίνεται να ενισχύεται.
Η προοπτική αυτή έχει προκαλέσει έντονη ανησυχία στο κυβερνητικό στρατόπεδο, καθώς εκτιμάται ότι μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική αποσυσπείρωση της δεξιάς εκλογικής βάσης.
Δημοσκοπικές πιέσεις και πολιτική αβεβαιότητα
Οι δημοσκοπικές αποτυπώσεις των τελευταίων μηνών ενισχύουν την αίσθηση αβεβαιότητας. Η Ν.Δ. εμφανίζει τάσεις φθοράς, ενώ η είσοδος νέων κομμάτων στον πολιτικό χάρτη δημιουργεί συνθήκες περαιτέρω κατακερματισμού.
Η πιθανότητα απώλειας κρίσιμων ποσοστών προς τα δεξιά του πολιτικού φάσματος θεωρείται πλέον ένα από τα βασικά ρίσκα για την κυβέρνηση, ειδικά αν επιβεβαιωθεί η ίδρυση νέου πολιτικού σχηματισμού από τον Αντώνη Σαμαρά.
Η συνύπαρξη διαφορετικών κέντρων επιρροής στο εσωτερικό της δεξιάς παράταξης δημιουργεί ένα περίπλοκο πολιτικό μωσαϊκό. Η σχέση μεταξύ κυβέρνησης και πρώην πρωθυπουργών περνά σε νέα φάση, όπου οι δημόσιες παρεμβάσεις αποκτούν στρατηγικό χαρακτήρα.
Όπως επισημαίνουν πολιτικοί αναλυτές, η πραγματική πολιτική μάχη της περιόδου δεν διεξάγεται μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, αλλά εντός της ίδιας της παράταξης που κυβερνά τη χώρα.




