
- Η συζήτηση για την επόμενη ημέρα του ΠΑΣΟΚ έχει πάψει να είναι απλώς μια θεωρητική άσκηση. Στη Χαριλάου Τρικούπη φαίνεται να κυκλοφορούν πλέον διαφορετικά σενάρια, διαφορετικές στρατηγικές και κυρίως διαφορετικές απόψεις για το τι θα πρέπει να γίνει εάν οι κάλπες δεν δώσουν αυτοδύναμη κυβέρνηση.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης εξακολουθεί να μιλά για πολιτική αυτονομία και να αντιμετωπίζει τη Νέα Δημοκρατία ως πολιτικό αντίπαλο. Το πρόβλημα είναι ότι η πολιτική αυτονομία δοκιμάζεται πραγματικά όχι πριν από τις εκλογές, αλλά το πρωί της επομένης.
Και εκεί φαίνεται ότι κάποιοι στο ΠΑΣΟΚ θέλουν να έχουν ήδη προετοιμάσει το έδαφος.
Η Άννα Διαμαντοπούλου έχει δώσει μια χαρακτηριστική γεύση αυτής της λογικής, όταν ξεκαθάρισε ότι η ΝΔ είναι πολιτικός αντίπαλος του ΠΑΣΟΚ «μέχρι τις εκλογές». Μια φράση που αφήνει αρκετό χώρο για ερμηνείες. Διότι εάν η ΝΔ είναι αντίπαλος μέχρι την κάλπη, τότε τι είναι μετά την κάλπη;
Εκεί βρίσκεται όλη η ουσία.
Οι πληροφορίες για επαφές, οι φήμες για διαύλους επικοινωνίας με γαλάζια στελέχη και επιχειρηματικούς κύκλους, αλλά και τα διάφορα σενάρια περί κυβέρνησης ειδικού σκοπού δημιουργούν ένα σκηνικό που δύσκολα συμβαδίζει με την απόφαση του συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ περί μη συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η θέση που φέρεται να εξέφρασε ο Γιάννης Μανιάτης στο Πολιτικό Συμβούλιο. Η λογική ότι το ΠΑΣΟΚ θα πρέπει να παρουσιάσει το πρόγραμμά του και να δηλώσει πως όποιος συμφωνεί μπορεί να το στηρίξει ακούγεται προγραμματική και απολύτως θεσμική.
Μόνο που στην πολιτική οι λέξεις έχουν και συνέπειες.
Γιατί εάν κάποιος από τους πιθανούς υποστηρικτές του προγράμματος είναι η Νέα Δημοκρατία, τότε η «προγραμματική συμφωνία» μπορεί πολύ εύκολα να μετατραπεί σε κυβερνητική συμφωνία.
Και κάπως έτσι, χωρίς κανείς να έχει πει τη λέξη «συγκυβέρνηση», μπορεί να έχει ήδη ανοίξει η πόρτα για τη συγκυβέρνηση.
Την ίδια ώρα, υποθέσεις που αφορούν πρόσωπα του ΠΑΣΟΚ προσθέτουν πολιτικό βάρος στην εικόνα. Η υπόθεση της DATAMED και οι καταγγελίες που έχουν δημοσιευθεί σχετικά με τις συμβάσεις της εταιρείας με φορείς του Δημοσίου έχουν προκαλέσει αντιδράσεις και ερωτήματα.
Ο Μανώλης Χριστοδουλάκης έχει απορρίψει τις σχετικές αιτιάσεις και έχει χαρακτηρίσει τα δημοσιεύματα λάσπη. Και ασφαλώς οι καταγγελίες δεν μπορούν να θεωρούνται αποδεδειγμένες χωρίς έλεγχο των στοιχείων, των συμβάσεων και των πραγματικών δεδομένων.
Όμως υπάρχει ένα απλό πολιτικό αξίωμα: όταν κάποιος βρίσκεται στη δημόσια ζωή και γύρω από το οικογενειακό του περιβάλλον δημιουργούνται ερωτήματα για σχέσεις με το Δημόσιο, οι απαντήσεις πρέπει να είναι καθαρές και πλήρεις. Όχι απλώς πολιτικές καταγγελίες εναντίον όσων κάνουν τις αποκαλύψεις.
Το ίδιο ισχύει και για την υπόθεση που αφορά τον Νίκο Φαραντούρη και την απόσπαση της συζύγου του στις Βρυξέλλες, καθώς και το επίδομα αλλοδαπής που έχει αποτελέσει αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης. Και εδώ υπάρχουν απαντήσεις, διαψεύσεις και διαφορετικές εκδοχές που πρέπει να αξιολογηθούν με βάση τα πραγματικά στοιχεία.
Το πολιτικό πρόβλημα όμως είναι ευρύτερο.
Όσο πληθαίνουν οι περιπτώσεις όπου στελέχη του λεγόμενου προοδευτικού χώρου εμφανίζονται να έχουν διαδρομές, επαφές ή σχέσεις με το κυβερνητικό σύστημα, τόσο δυσκολότερο γίνεται να πειστεί η κοινωνία ότι το ΠΑΣΟΚ αποτελεί ένα απολύτως διαφορετικό πολιτικό σχέδιο.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη παγίδα.
Μια συγκυβέρνηση ΝΔ – ΠΑΣΟΚ θα ήταν πιθανότατα εξαιρετικά βολική για τη Νέα Δημοκρατία. Θα της έδινε κοινοβουλευτική στήριξη, θα διεύρυνε την πολιτική της βάση και θα της προσέφερε την εικόνα μιας κυβέρνησης ευρύτερης συναίνεσης.
Για το ΠΑΣΟΚ, όμως, η εξίσωση θα ήταν πολύ πιο επικίνδυνη.
Διότι άλλο να λες ότι θέλεις να κυβερνήσεις και άλλο να καταλήγεις να κυβερνάς μαζί με εκείνον απέναντι στον οποίο ζήτησες την ψήφο των πολιτών.
Το προηγούμενο του 2012 δεν έχει ξεχαστεί. Το ΠΑΣΟΚ γνωρίζει πολύ καλά τι μπορεί να σημαίνει πολιτικά μια τέτοια επιλογή. Και όσοι πιστεύουν ότι αυτή τη φορά τα πράγματα θα είναι διαφορετικά, καλό θα ήταν να θυμηθούν πόσο εύκολα μια «αναγκαία» συνεργασία μπορεί να εξελιχθεί σε πολιτική παγίδα.
Το πιο ενδιαφέρον, επομένως, δεν είναι εάν υπάρχει σήμερα φλερτ μεταξύ ΝΔ και ΠΑΣΟΚ.
Το ερώτημα είναι εάν κάποιοι έχουν ήδη αρχίσει να προετοιμάζουν την κοινωνία για τον γάμο.
Γιατί συνήθως έτσι γίνεται. Πρώτα μιλάμε για προγραμματική σύγκλιση. Μετά για πολιτική σταθερότητα. Στη συνέχεια για εθνική ευθύνη. Και στο τέλος ανακαλύπτουμε ότι η συγκυβέρνηση ήταν δήθεν μονόδρομος.
Μόνο που για το ΠΑΣΟΚ μπορεί να μην είναι μονόδρομος.
Μπορεί να είναι ο δρόμος προς μια νέα πολιτική συρρίκνωση.
Και τότε ο Νίκος Ανδρουλάκης θα κληθεί να απαντήσει στο πιο απλό αλλά και πιο δύσκολο ερώτημα: εάν το ΠΑΣΟΚ πρόκειται τελικά να κυβερνήσει μαζί με τη ΝΔ, τότε γιατί ακριβώς ζητά από τους πολίτες να το ψηφίσουν αντί για τη Νέα Δημοκρατία;
Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα.
Γιατί μια συγκυβέρνηση μπορεί να βολεύει τα κομματικά επιτελεία, τους αριθμούς και τις καρέκλες.
Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα βολεύει τους ψηφοφόρους




